Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2020

Πρέπει να δώσουμε παράσημο σε όλους τους υγειονομικούς της Κατερίνης - Αυτοί οι άνθρωποι είναι ήρωες!

 

Γιάννης Παπαδόπουλος

Ξαφνικά το τιμόνι έπαψε να ανταποκρίνεται στο πρόσταγμά του. Ενστικτωδώς πάτησε φρένο. Εκτός ελέγχου, έξω από τον κόμβο της Γυρτώνης, περίπου 70 χιλιόμετρα μακριά από την Κατερίνη, το μεταχειρισμένο Ford Fiesta προσέκρουσε στο διαχωριστικό διάζωμα της εθνικής οδού. «Θεέ μου, ας μην περνάει κάποιο άλλο αμάξι δίπλα, πού θα καταλήξω;», θυμάται ότι σκεφτόταν ο θωρακοχειρουργός Μάνος Καπετανάκης στη θέση τού οδηγού, όσο το αυτοκίνητο βρισκόταν στον αέρα.

Το όχημα αναποδογύρισε τουλάχιστον δύο, ίσως και τρεις φορές –δεν μπορεί να υπολογίσει με ακρίβεια πόσες– προτού καταλήξει στη σωστή θέση, πλάι στο στηθαίο ασφαλείας. Δεν ξέρει τι προκάλεσε το ατύχημα, ίσως κάποιο σκασμένο λάστιχο να ευθύνεται. Η πλευρά του συνοδηγού βούλιαξε από τα χτυπήματα, ο γιατρός όμως γλίτωσε με εκχυμώσεις στον θώρακα από την πίεση της ζώνης και μικρές αμυχές από τα τζάμια. «Βγήκα άθικτος», λέει. «Καθότι είμαι χειρουργός, έχω δει ότι άνθρωποι δεν βγαίνουν από τέτοια ατυχήματα με δύο γρατζουνιές». Τον κράτησαν προληπτικά για μία νύχτα στο νοσοκομείο της Λάρισας και την επόμενη ημέρα έφτασε με ταξί στο νοσοκομείο της Κατερίνης.

Με αυτόν τον επεισοδιακό τρόπο ξεκίνησε στις 17 Δεκεμβρίου η εθελοντική προσφορά μιας εβδομάδας του κ. Καπετανάκη στην κλινική COVID-19 της Κατερίνης. Στάλθηκε από το «Τζάνειο» νοσοκομείο του Πειραιά για να ενισχύσει τους συναδέλφους του στην πόλη της Κεντρικής Μακεδονίας, οι οποίοι δέχονταν μεγάλη πίεση από την αυξημένη ροή ασθενών.

Δύο εβδομάδες νωρίτερα είχε επισκεφθεί εκτάκτως το ίδιο νοσοκομείο ο υφυπουργός Υγείας Βασίλης Κοντοζαμάνης και είχε διαπιστώσει πόσο οριακή ήταν η κατάσταση. Ο Ηρακλής Τσανικίδης, υπεύθυνος της κλινικής COVID-19 είχε δηλώσει τότε στην «Κ» ότι από τους πέντε παθολόγους οι τρεις νοσούσαν και είχαν τεθεί σε καραντίνα. Ελεγε ότι υπήρχε ανάγκη ενίσχυσης και με πνευμονολόγο. Οι ασθενείς σε απλές κλίνες είχαν ξεπεράσει τους 100 και άλλες ειδικότητες χρειάστηκε «να βάλουν πλάτη». Εκπρόσωποι του ιατρικού συλλόγου Πιερίας είχαν ζητήσει από τον υφυπουργό να σταλεί κατάλληλο προσωπικό και συζήτησαν μαζί του την εξεύρεση τρόπων συνδρομής ιδιωτών γιατρών στις προσπάθειές τους.

«Πρέπει να δώσουμε σε όλους τους υγειονομικούς της Κατερίνης παράσημο γιατί υπερέβησαν τον εαυτό τους. Στην Αθήνα παρότι είχαμε περιστατικά υπήρχε η υποστήριξη συναφών νοσοκομείων. Στην Κατερίνη ήταν μόνοι τους. Εφτασαν να κάνουν 30 και 40 νέες εισαγωγές την ημέρα, τα νούμερα ήταν τρομερά αυξημένα και αναγκάστηκαν να επιστρατεύσουν όλο το προσωπικό τους», λέει ο κ. Καπετανάκης. «Θεωρώ ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι ήρωες. Παρότι είναι κουρασμένοι και καταπονημένοι, δεν έχουν χάσει το ηθικό τους. Κάθε εξιτήριο ασθενούς για αυτούς είναι και μια προσωπική νίκη, σα να έχουν κερδίσει μια μάχη. Εχουν δώσει και την ψυχή τους».

Στα μέσα Νοεμβρίου η αποστολή εθελοντριών νοσηλευτριών από την Κρήτη στα δοκιμαζόμενα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης μονοπώλησε την επικαιρότητα. Στις επόμενες εβδομάδες ακολούθησαν και άλλες παρόμοιες ενέργειες με γιατρούς δημοσίων νοσοκομείων και ιδιωτικών κλινικών, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα των υγειονομικών Περιφερειών τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις η διάρκεια των αποστολών δεν ξεπερνάει τις 7 ή 15 ημέρες. Ενα σύντομο μεν διάστημα, κατά το οποίο όμως οι εθελοντές μπορούν να προσφέρουν σημαντικές ανάσες σε συναδέλφους τους.

Ο θωρακοχειρουργός Μάνος Καπετανάκης ξεκίνησε οδικώς από τον Πειραιά για να βοηθήσει στην κλινική COVID-19 της Κατερίνης. Περίπου 70 χιλιόμετρα έξω από την πόλη είχε σοβαρό ατύχημα (κάτω). Το γεγονός δεν τον εμπόδισε να φτάσει τελικά με μία ημέρα καθυστέρηση στον προορισμό του.

Πάνω από τα όρια

Στις 13 Δεκεμβρίου ο Νίκος Μάγκας, καρδιολόγος στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Λαϊκού Νοσοκομείου ανέβηκε στην Κατερίνη για να συνδράμει στη ΜΕΘ COVID-19. Αρχικά τον είχαν ενημερώσει ότι μπορεί να πήγαινε στην Εδεσσα, αλλά στην πορεία άλλαξε ο σχεδιασμός. Εχει συμπληρώσει δύο εβδομάδες στο εθελοντικό του πόστο και σκοπεύει να μείνει και τρίτη, εφόσον δεν χρειαστεί να επιστρέψει άμεσα στην Αθήνα. Τονίζει ότι από την πρώτη στιγμή στην Κατερίνη ένιωσε ως μέλος της ομάδας. «Είναι μεγάλος ο φόρτος, πολλά τα περιστατικά», λέει. «Αρκετά μέλη του προσωπικού είχαν νοσήσει, νοσηλεύουμε στη ΜΕΘ και έναν τραυματιοφορέα. Οι συνάδελφοι κάνουν ό,τι μπορούν πάνω από τις συνήθεις δυνατότητες».

Στη ΜΕΘ του Λαϊκού δεν είχαν περιστατικά COVID-19, αλλά ο ίδιος είχε χρειαστεί να συνδράμει κάποιες φορές μαζί με αναισθησιολόγους στην απλή κλινική του νοσοκομείου, ενώ είχε βοηθήσει και στα επείγοντα. «Είναι σίγουρα διαφορετικό να το κάνεις αυτό κάθε ημέρα. Είναι πιο δύσκολο, πιο αγχωτικό», λέει για την εμπειρία του στην Κατερίνη.

Προτού μεταβεί στη Βόρεια Ελλάδα ο κ. Μάγκας είχε ολοκληρωθεί η αντίστοιχη εθελοντική αποστολή δύο γιατρών και τριών νοσηλευτών του νοσοκομείου «Ερρίκος Ντυνάν» από την Αθήνα στη Δράμα. Παρέμειναν εκεί από τις 4 έως τις 12 Δεκεμβρίου. «Ηταν πρωτόγνωρο αυτό που συναντήσαμε», λέει στην «Κ» η Αναστασία Κουτσούρη, διευθύντρια στην Α΄ Παθολογική Κλινική του «Ντυνάν». «Πήγαμε σε ένα νοσοκομείο στο οποίο είχαν γίνει 140 κλίνες COVID-19 τις τελευταίες έξι εβδομάδες. Αρρώστησε πολύ προσωπικό. Στην Παθολογική Κλινική όταν φτάσαμε από τα πέντε μέλη του ιατρικού προσωπικού οι δύο βρίσκονταν σε αναρρωτική».

Η πίεση των ημερών αποτυπώθηκε και στους αριθμούς που δημοσιοποίησε η διοικητής του νοσοκομείου Θεσσαλονικιά Καρατζόγλου. Από τα τέλη Οκτωβρίου είχαν γίνει 17 διακομιδές ασθενών σε άλλες ΜΕΘ και άλλες 154 σε απλές κλίνες όμορων νομών. Στο τμήμα επειγόντων περιστατικών της Δράμας είχαν προσέλθει 2.728 ασθενείς ως ύποπτα περιστατικά COVID-19.

Στο διάστημα που παρέμειναν στη Δράμα οι δύο εθελοντές γιατροί ανέλαβαν ο καθένας από τρεις εφημερίες. «Δουλέψαμε πολλές ώρες, αλλά σε σχέση με αυτό που έκαναν οι συνάδελφοί μας ήμασταν μία σταγόνα στον ωκεανό. Ολο το προσωπικό έκανε υπερπροσπάθεια, κάθε ημέρα ήταν για αυτούς τους ανθρώπους ένα βουνό», λέει η κ. Κουτσούρη και τονίζει ότι από την πρώτη στιγμή ένιωσαν ευπρόσδεκτοι στο νοσοκομείο. Δεν υπήρξε αμφισβήτηση, αλλά εμπιστοσύνη και συνεργασία.

«Ηθελα να προσφέρω»

Η πανδημία του νέου κορωνοϊού –ειδικά το μεγαλύτερο σε σφοδρότητα δεύτερο κύμα– βρήκε αρκετά νοσοκομεία της χώρας υποστελεχωμένα. Τα προηγούμενα χρόνια πολλοί νέοι γιατροί είχαν ακολουθήσει τον δρόμο του εξωτερικού. Σύμφωνα με τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών, πάνω από 10.000 γιατροί της πρωτεύουσας είχαν φύγει την περίοδο 2008- 2017. Ο κ. Καπετανάκης επέστρεψε στην Ελλάδα το 2011 για να πραγματοποιήσει εδώ την ειδικότητά του. Σχεδίαζε να παραμείνει στη χώρα, ώσπου πέρυσι, όταν δεν ανανεώθηκε η σύμβασή του στο «Αττικόν», αποφάσισε να φύγει στο Δουβλίνο.

Το πρόγραμμα μετεκπαίδευσής του στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο Mater Misericordiae έληξε τον Ιανουάριο του 2020. Σκεφτόταν μήπως συνέχιζε την καριέρα του ξανά εκτός συνόρων, επιστρέφοντας όμως τον Φεβρουάριο στην Ελλάδα τον βρήκε η πανδημία. Αποφάσισε να μείνει στην Αθήνα και προσελήφθη με σύμβαση τριών ετών ως επικουρικός στο «Τζάνειο» νοσοκομείο. «Εμεινα και για οικογενειακούς λόγους και για λόγους ευθύνης. Ηθελα να προσφέρω», λέει.

«Είναι καθήκον όλων μας να βγούμε μπροστά»

Τον περασμένο Νοέμβριο, όταν ζητήθηκε από νοσηλευτικό προσωπικό της Κρήτης να αναχωρήσει εθελοντικά για τη Θεσσαλονίκη, η Ευαγγελία Αποκορωνιωτάκη ήταν μία από τις γυναίκες που δέχθηκαν χωρίς δισταγμό. Είχε συμπληρώσει 12 έτη ως νοσηλεύτρια στη ΜΕΘ του Ρεθύμνου και τα τελευταία χρόνια εργαζόταν στο αναισθησιολογικό τμήμα του νοσοκομείου. «Ηξερα τι σημαίνει από τη μεγάλη σωματική κούραση να μπαίνεις μέσα στο αυτοκίνητο μετά τη λήξη της βάρδιας και να μην έχεις δύναμη να πατήσεις το γκάζι», λέει.

Η ενημέρωση που είχαν ήταν ότι θα παρέμεναν για δύο εβδομάδες στη Βόρεια Ελλάδα και έπειτα θα επέστρεφαν στον τόπο τους. Οπως εξηγεί στην «Κ» η διοικητής της 7ης Υγειονομικής Περιφέρειας Κρήτης Ελένη Μπορμπουδάκη, έπρεπε αρχικά να διασφαλιστεί ότι δεν θα προέκυπτε κενό στα νοσοκομεία του νησιού. «Επειδή η επιδημιολογική εικόνα της Κρήτης ήταν και παραμένει καλή και δεν είχαμε τόσο μεγάλη πίεση, έγινε συνεννόηση με τους διευθυντές τους και προχωρήσαμε», λέει. Δέκα νοσηλεύτριες δήλωσαν τότε πρόθεση να συμμετάσχουν στην αποστολή και τελικά εννέα εξ αυτών βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη.

Το έντονο ενδιαφέρον των δημοσιογράφων, όμως, τις αιφνιδίασε. Τα κινητά τηλέφωνα των δύο έμπειρων νοσηλευτριών από το νοσοκομείο των Χανίων χτυπούσαν ακατάπαυστα στη διαδρομή μέχρι το αεροδρόμιο του Ηρακλείου. Εκείνες απέρριπταν διαδοχικά τα αιτήματα για τηλεοπτικές συνεντεύξεις, καθώς ανησυχούσαν μήπως στραφούν τα φώτα επάνω τους, τη στιγμή κατά την οποία άλλοι συνάδελφοί τους έδιναν εδώ και καιρό σκληρή μάχη κατά της πανδημίας.

Κάμερες και δημοσιογράφοι όμως τους περίμεναν ήδη στο Ηράκλειο, έξω από την πύλη αναχωρήσεων. Η κ. Αποκορωνιωτάκη δεν ήθελε αυτή την έκθεση, ούτε την περίμενε. Τονίζει ότι έκανε τότε κάποιες σύντομες δηλώσεις στους δημοσιογράφους, καθώς βασικός σκοπός ήταν να ακολουθήσουν και άλλοι υγειονομικοί το παράδειγμά τους. Μετά την άφιξη των νοσηλευτριών ο διοικητής της 4ης Υγειονομικής Περιφέρειας, Δημήτρης Τσαλικάκης δήλωσε ότι το επόμενο διάστημα αναμένονταν στη Θεσσαλονίκη και εθελοντές γιατροί, καθώς και φυσικοθεραπευτές και βοηθοί ακτινολόγου.

Κάμερες είχαν στηθεί για αυτές και έξω από τα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης το επόμενο πρωί. Για κάποιες νοσηλεύτριες χρειάστηκε μια σύντομη προσαρμογή στην πρώτη βάρδια, μέχρι να γνωρίσουν όλους τους συνεργάτες τους και να φανεί έμπρακτα ότι δεν έφτασαν στην πόλη τους με στόχο τη δημοσιότητα αλλά βρίσκονταν εκεί για να τους συνδράμουν ουσιαστικά.

Στιγμιότυπο από τηλεδιάσκεψη με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και εθελοντές νοσηλευτές, οι οποίοι ταξίδεψαν στη Θεσσαλονίκη, συνδράμοντας συναδέλφους τους στα νοσοκομεία «Ιπποκράτειο» και ΑΧΕΠΑ.

«Γίναμε μια ομάδα», λέει η 42χρονη νοσηλεύτρια από το Ρέθυμνο, η οποία εντάχθηκε στη δύναμη της ΜΕΘ του «Ιπποκράτειου» νοσοκομείου και εργάστηκε εκεί για 12 ημέρες. «Είδα ανθρώπους με απίστευτο ήθος, οι οποίοι παρά τη σωματική τους κούραση δεν δυσανασχετούσαν. Τους θαύμασα και μόνο συγχαρητήρια έχω να τους δώσω. Οι τελευταίες ημέρες μας ήταν πολύ συγκινητικές».

Παρότι δέχθηκε με προθυμία να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη, η κ. Αποκορωνιωτάκη επισημαίνει ότι ανησυχούσε για την κατάσταση που θα συναντούσε στο νέο, προσωρινό πόστο. «Σίγουρα υπάρχει φόβος. Ξέρεις ότι δεν πηγαίνεις διακοπές. Γνώριζα ακόμη ότι μπορεί να κινδυνεύσω και να εκτεθώ στον ιό, αλλά έχοντας τόσα χρόνια εμπειρίας ήξερα πώς έπρεπε να προστατευθώ, πώς να κινηθώ, χωρίς να με κρατήσει πίσω ο φόβος», λέει. «Το σοκαριστικό ήταν όταν είδα ασθενείς στην ηλικία μου να πεθαίνουν. Ακόμα και στην εντατική, όμως, μέσα σε αυτό το πέπλο του θανάτου υπήρχαν άνθρωποι που ξυπνούσαν. Τους ενημερώναμε ότι είναι καλά, ότι τους περιμένουν οι δικοί τους και ότι χρειάζεται λίγη ακόμη προσπάθεια για να βγουν και να τους συναντήσουν».

«Συλλογική δουλειά»

Παρόμοιες αγωνίες μοιράζονταν και άλλοι εθελοντές. «Σκεφτόμουν μήπως πάθω κάτι, υπήρχε ανησυχία. Αλλά κάναμε απλά τη δουλειά μας», λέει η κ. Κουτσούρη που είχε μεταβεί στη Δράμα. «Υπήρχε άγχος και από την οικογένεια και από εμένα. Δεν ήταν μια εύκολη απόφαση», λέει και ο κ. Καπετανάκης για τη δική του μετακίνηση στην Κατερίνη.

Μετά την πρόσληψή του ως επικουρικός στο «Τζάνειο», ο κ. Καπετανάκης τοποθετήθηκε στη ΜΕΘ, αλλά τους τελευταίους τρεις μήνες αποσπάστηκε στην κλινική COVID-19 του νοσοκομείου. Οπως εξηγεί, παρότι είναι θωρακοχειρουργός, η ειδικότητά του έχει συνάφεια με τη νόσο και μπορεί να συνδράμει σε παθολογικά περιστατικά που σχετίζονται με λοιμώξεις του αναπνευστικού. Αν και είχαν αντιμετωπίσει περιόδους με μεγάλη ροή ασθενών, όσα πέρασαν δεν συγκρίνονται με τις συνθήκες που επικράτησαν στη Βόρεια Ελλάδα.

«Η Ιατρική είναι μια συλλογική δουλειά, όταν χρειάζεσαι μια βοήθεια, μια άλλη γνώμη, θα τη ζητήσεις από κάποιον συνάδελφο. Με την πανδημία όλο το σύστημα ζορίστηκε, δεν είμαστε μηχανές. Κάποια στιγμή θα πρέπει να πάρουν και αυτοί οι άνθρωποι μια ανάσα», λέει. «Είπα στη γυναίκα μου ότι σε δέκα χρόνια, όταν ο γιος μας γίνει 15 ετών και ρωτάει “πατέρα εσύ τι έκανες στον πόλεμο του κορωνοϊού;” –όπως ρωτούσα εγώ τον παππού μου για το αλβανικό μέτωπο– δεν θα ήθελα να του πω ότι ήμουν στα μετόπισθεν, ότι κρύφτηκα πίσω από χαρτιά ή βρήκα τρόπο να λουφάρω. Θεωρώ ότι είναι καθήκον όλων μας, εφόσον χρειαστεί, να βγούμε μπροστά σε μια δύσκολη στιγμή».

Πηγή: kathimerini.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου