Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2019

Η σημασία της παρακίνησης στις μικρές ηλικίες


           Όταν κάνουμε λόγο για παρακίνηση των παιδιών, αναφερόμαστε στο 
     πόσο πολύ προσπαθούν και διασκεδάζουν στην προπόνηση και τον αγώνα,  
     πόσο ευχάριστο, χρήσιμο και προκλητικό βρίσκουν το ποδόσφαιρο,  
     πόσο εντατικά σκοπεύουν να προσπαθούν και να μην απουσιάζουν από την προπόνηση και       κατά πόσο έχουν θετική στάση προς την προπόνηση.

Βασικός παράγοντας παρακίνησης στις φυσικές δραστηριότητες είναι η ικανότητα και η επιτυχία (Roberts,Kleiber & Duba, 1981).  Όπως όλοι μας, έτσι και τα παιδιά, διοχετεύουν την ενέργειά τους σε δραστηριότητες στις οποίες νιώθουν ικανά. Για να έχουν τα παιδιά υψηλή παρακίνηση, θα πρέπει, όλα να έχουν ευκαιρίες για επιτυχία.  Στην προπόνηση, αυτό το επιτυγχάνουμε, φροντίζοντας να είναι το επίπεδο δυσκολίας των ασκήσεων και των παιχνιδιών προσαρμοσμένο στις ατομικές δυνατότητές τους. Έτσι, θα έχουν υψηλές προσδοκίες επιτυχίας, επειδή νιώθουν ότι είναι μεν δύσκολο να τα καταφέρουν, ωστόσο, όχι αδύνατο.   

Πώς όμως κάθε παιδί αξιολογεί την ικανότητά του; Παιδιά μεγαλύτερα από 11-12 ετών έχουν πλήρως αναπτυγμένους τουλάχιστον δύο διαφορετικούς τρόπους, για να κρίνουν την ικανότητά τους (Nicholls, 1989): 
Α.  «Προσανατολισμός στο εγώ». Το παιδί συγκρίνει την ικανότητά του με αυτή των άλλων και κατατάσσει τον εαυτό του ανάλογα. 
Β.  «Προσανατολισμός στην δουλειά». Η επιτυχία κρίνεται από το παιδί με βάση την προσπάθεια που το ίδιο κατέβαλε, με το αν έμαθε καινούργια πράγματα και με το αν βελτιώθηκε ατομικά.     Τα παιδιά που είναι «προσανατολισμένα στην δουλειά» αισθάνονται επιτυχημένα, ανεξάρτητα από την αντικειμενική τους ικανότητα και διατηρούν υψηλή παρακίνηση ανεξάρτητα από την απόδοσή τους.

Αυτό συμβαίνει επειδή για τα άτομα αυτά σημαντικό είναι να προσπαθούν όσο το δυνατό περισσότερο και να βελτιώνονται. Αυτό δεν σημαίνει ότι η νίκη και η διάκριση δεν έχουν σημασία για τα συγκεκριμένα παιδιά. Διαφέρουν όμως ως προς τον τρόπο που αντιδρούν στην αποτυχία και στην επιτυχία. Και οι δύο αυτές καταστάσεις εκλαμβάνονται ως ερέθισμα για βελτίωση και περαιτέρω προσπάθεια.
Η ικανοποίηση που νιώθουν, από τη βελτίωση των ατομικών τους επιδόσεων και ικανοτήτων, τους ωθεί σε νέα προσπάθεια. Τα πιθανά προβλήματα που προκύπτουν και που πιθανά σταματούν την περαιτέρω βελτίωση της ατομικής τους απόδοσης δεν προξενούν φόβο ή ντροπή. Αντίθετα εντείνουν την προσπάθεια για την επίλυσή τους. 

Από την άλλη πλευρά, τα παιδιά που είναι «προσανατολισμένα στο εγώ» είναι πολύ πιθανό ότι θα σταματήσουν να καταβάλουν προσπάθεια ύστερα από αποτυχίες, καθώς αισθάνονται επιτυχημένα μόνο όταν ξεπερνούν τους άλλους. Ιδιαίτερα τα παιδιά που δεν έχουν μεγάλες ικανότητες αισθάνονται αγχωμένα, μειονεκτικά, ντροπιασμένα και δεν έχουν αυτοπεποίθηση. Αυτός θεωρείται βασικός παράγοντας για την απομάκρυνση από τους χώρους άθλησης παιδιών μεγαλύτερων των 11-12 ετών

   Τα μικρά παιδιά ( μέχρι περίπου Δ’ Δημοτικού ) είναι από την φύση τους έντονα προσανατολισμένα στη δουλειά, κάτι που δυστυχώς δεν συμβαίνει σε όλα τα μεγαλύτερα.

   Ο προσανατολισμός στην δουλειά είναι θετικά συσχετισμένος με υψηλή παρακίνηση σε αθλητές όλων των επιπέδων, από αρχάρια παιδιά έως πρωταθλητές.

Επίδραση του περιβάλλοντος στην παρακίνηση των παιδιών

Ανεξάρτητα όμως από τις ατομικές διαφορές, τα παιδιά μπορεί να οδηγηθούν προς τον ένα ή τον άλλο προσανατολισμό από τον τρόπο προπόνησης- εκπαίδευσης του προπονητή. Όταν δίνεται έμφαση στην μάθηση καινούργιων δεξιοτήτων και στην σκληρή προσπάθεια, όταν τα κριτήρια αξιολόγησης είναι η μάθηση και η ατομική βελτίωση, όταν τα λάθη θεωρούνται ως αναπόσπαστο στοιχείο της διαδικασίας μάθησης, τότε καλλιεργείται ο προσανατολισμός της προπόνησης- εκπαίδευσης στην δουλειά. 

Αντίθετα, όταν η έμφαση δίνεται στο αποτέλεσμα και στην ανάδειξη των καλύτερων, όταν τα κριτήρια αξιολόγησης βασίζονται στην σύγκριση απόδοσης και όταν ο λόγος για σκληρή προσπάθεια είναι  «να ξεπεράσουμε τους άλλους», τότε το περιβάλλον στην προπόνηση εστιάζεται στο εγώ των παιδιών

   Η έμφαση στην διδασκαλία και στην πρακτική εξάσκηση ενισχύει τον προσανατολισμό της προπόνησης στην δουλειά (Παπαϊωάννου 1993).

Τα παραπάνω ισχύουν και για τον αγωνιστικό αθλητισμό   
 (Seifriz, Duba & Chi, 1992, Walling, Duba & Chi,1993).

Εσωτερική και εξωτερική παρακίνηση 

Το παιδί που παίζει ποδόσφαιρο πλήρως απορροφημένο από το παιχνίδι, για την ευχαρίστησή του και για την ικανοποίηση που νιώθει παίζοντας, είναι εσωτερικά παρακινημένο. Αντίθετα το παιδί που παίζει μόνο για το αποτέλεσμα ή για να κερδίσει κάποια εξωτερική αμοιβή, είναι εξωτερικά παρακινημένο. 

Πλεονεκτήματα της εσωτερικής παρακίνησης: 

1.  Η εσωτερική παρακίνηση διευκολύνει την μάθηση.
2.  Η εσωτερική παρακίνηση είναι απαραίτητη για να συνεχίσει το παιδί να προπονείται. 
3.  Η εσωτερική παρακίνηση σχετίζεται με την καλύτερη προσαρμογή των παιδιών στην ομάδα                ( εσωτερικά παρακινημένα παιδιά έχουν πιο θετικά συναισθήματα μέσα στην ομάδα, παρουσιάζουν     συμπτώματα στρες σε μικρότερο βαθμό, και αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες πιο θετικά από ότι οι εξωτερικά παρακινημένοι) .   

Παράγοντες που επηρεάζουν την εσωτερική παρακίνηση  Η εσωτερική παρακίνηση πηγάζει από τρεις βασικές έμφυτες ανάγκες των ατόμων:  Α.   την ανάγκη του αυτοκαθορισμού των ενεργειών τους, Β.   την ανάγκη να αισθάνονται ικανοί και αποτελεσματικοί, Γ.   την ανάγκη για κοινωνικές σχέσεις                                                                                               
(Deci & Ryan, 1985) 

Ανάλογα με το βαθμό που η προπόνηση και ο αγώνας επιτρέπουν την ικανοποίηση αυτών των τριών αναγκών, τα άτομα συμμετέχουν εσωτερικά παρακινημένα. 
Α. Η ανάγκη για αυτοκαθορισμό των ενεργειών.  Τα παιδιά έχουν την ανάγκη να νιώθουν ότι οι ενέργειές τους είναι προϊόν δικών τους αποφάσεων. Όταν εκδηλώνουν μια συμπεριφορά επειδή πρέπει, για να αποφύγουν μια τιμωρία ή γιατί υπακούν στις εντολές κάποιου άλλου, τότε είναι απίθανο να είναι εσωτερικά παρακινημένοι γι’ αυτήν την συμπεριφορά. Παράγοντες που μπορούν να κάνουν τα παιδιά να νιώσουν αυτοκαθοριζόμενοι είναι:
1.  η παροχή επιλογών,
2.  να πεισθεί το παιδί ότι αυτό που κάνει έχει κάποιο νόημα και χρησιμότητα. 

Β. Η ανάγκη για αίσθηση ικανότητας:
Τα παιδιά έχουν την ανάγκη να αισθάνονται ικανά στις δραστηριότητες που συμμετέχουν και στην αλληλεπίδρασή τους με το περιβάλλον. Το πόσο ικανό αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και την εσωτερική τους παρακίνηση. 

Η αντίληψη που αποκτούν τα παιδιά για τις ικανότητές τους εξαρτάται κυρίως 
α) από τις επιτυχίες που έχουν, και
 β) από το τι αμοιβές, επιβραβεύσεις ή σχόλια σχετικά με τις ικανότητές τους δέχονται από τα άτομα του περιβάλλοντός τους. 
Γ. Η ανάγκη για καλές κοινωνικές σχέσεις:  Όσο πιο καλά νιώθουν με τα πρόσωπα μέσα στον χώρο της προπόνησης, τόσο πιο πολύ τους προσελκύει το περιβάλλον και οι δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα σ’ αυτό.

   Οι τρεις βασικές ερωτήσεις που θέτουν τα παιδιά στον εαυτό τους όταν τους ζητάμε να προσπαθήσουν για κάτι είναι: 1.  Θέλω να το κάνω; 2.  Μπορώ να το κάνω; 3.  Μ’ αρέσουν αυτοί με τους οποίους συνεργάζομαι; Οι απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό και την παρακίνηση των παιδιών. 

Βιβλιογραφία 
  «Για μια καλύτερη διδασκαλία της Φυσικής Αγωγής»             
 Παπαϊωάνου Αθανάσιος             
Θεοδωράκης Γιάννης             
Γούδας Μάριος

  «Ψυχολογική υπεροχή στον Αθλητισμό»             
Παπαϊωάνου Αθανάσιος             
Θεοδωράκης Γιάννης             
Γούδας Μάριος 

Σιδηρόπουλος Βασίλης
  Καθηγητής Φυσικής Αγωγής με ειδικότητα το ποδόσφαιρο 
  Προπονητής UEFA C
  Αναλυτής τεχνικοτακτικής
  Scouter


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου